ηπειρώτης

ηπειρώτης
ο , ηπειρώτισσα η
1) житель, ηπειρώτница материка; 2) (Ή.) житель, -ница Эпира

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "ηπειρώτης" в других словарях:

  • Ἠπειρώτης — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἠπειρώτης — landsman masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ηπειρώτης — ο, θηλ. ηπειρώτις και ηπειρώτισσα (AM ἠπειρώτης, θηλ. ἠπειρῶτις) 1. ο χερσαίος, ο στεριανός, σε αντιδιαστολή με τον θαλασσινό 2. ο κάτοικος ηπειρωτικής περιοχής, σε αντιδιαστολή με τον νησιώτη («τοὺς νησιώτας δασμολογεῑν... τους δ ἠπειρώτας δι… …   Dictionary of Greek

  • ηπειρώτης — ο 1. στεριανός. 2. ως κύρ. όν., Ηπειρώτης, ο θηλ. Ηπειρώτισσα κάτοικος της Ηπείρου ή αυτός που κατάγεται από την Ήπειρο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Σερδάρης, Διαμαντής — Ηπειρώτης οπλαρχηγός του 1821. Αρχικά, υπηρέτησε ως τζοχαντάρης στην Αυλή του Αλή Πασά και έπειτα διακρίθηκε ως αρματολός στη Θεσσαλία. Διωγμένος από το Γιουσούφ Αράπη, πήγε στο βιλαέτι της Ρούμελης και από κει πέρασε στη Βλαχία, όπου, με την… …   Dictionary of Greek

  • Σκουφάς, Νικόλαος — Ηπειρώτης Φιλικός (Κομπότι, Άρτα 1779 Κωνσταντινούπολη 1819). Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στην Άρτα, όπου άσκησε για ένα διάστημα το βιοτέχνη των σκούφων (απ’ όπου και το επώνυμο του). Το 1813 ο Σ. βρίσκεται στη Ρωσία· στην Οδησσό ξαναρχίζει το… …   Dictionary of Greek

  • Τζιάκαλος — Ηπειρώτης αρματολός και κλέφτης, που έζησε στα τέλη του 17ου και τις αρχές του 18ου αι. Επικεφαλής σώματος Αλβανών, ως αρματολός συγκρούστηκε στις 12 Απριλίου του 1728 στο χωριό Βατσινιά των Τρικάλων με το αντάρτικο σώμα του Μπουκουβάλα, τον… …   Dictionary of Greek

  • Τουρτούρης, Γεώργιος — Ηπειρώτης, μυστικοσύμβουλος του Αλή πασά. Αναφέρεται ωστόσο και ως έμπορος στη Βενετία και υποστηρικτής του Αγώνα, παρά τη μεγάλη ηλικία του …   Dictionary of Greek

  • Ἠπειρωτέων — Ἠπειρώτης masc gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἠπειρωτέων — ἠπειρώτης landsman masc gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἠπειρωτῶν — Ἠπειρώτης masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»